| Χορηγός της παράστασης του Ελληνικού Θεάτρου Βελγίου |
|
|
|
|
Το Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού είναι Χορηγός της παράστασης του Ελληνικού Θεάτρου Βελγίου στο Palais des Beaux Arts (BOZAR) των Βρυξελλών, Rue Ravenstein 23, με το έργο
« LA CASSETTE » VAN LOULA ANAGNOSTAKI « LA CASSETTE » DE LOULA ANAGNOSTAKI Συμμετέχουν οι ηθοποιοί: «-Ρε φίλε, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ξέρεις τι κάνω; Η κασέτα (πρωτοανέβηκε σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν. Αθήνα, Θέατρο Τέχνης, 1982, μετάφραση Die Kassette. Koln, Romiosini, 1986, σελ. 88. ISBN: 3-923728-71-9) καταθέτει τη μαρτυρία της Αναγνωστάκη για την πραγματικότητα του κόσμου με βάση την "αληθινή" εμπειρία. «Το έργο, γραμμένο το 1982, πραγματεύεται τις ζωές οχτώ ανθρώπων που περιπλέκονται σε ένα γαϊτανάκι σχέσεων βαθιά επηρεασμένο και ενταγμένο στις ανάγκες και τα προβλήματα της εποχής. Μιας εποχής που φέρει βαρύ το στίγμα της εσωτερικής μετανάστευσης από την "πρωτόγονη ύπαιθρο", απ' όπου κατάγονται οι περισσότεροι κάτοικοι αυτής της πόλης, στο θλιβερό και αφιλόξενο τοπίο της. Καθένας απ' αυτούς αναζητεί την ταυτότητά του ερχόμενος σε σύγκρουση με τον εαυτό του και με τους άλλους και κουβαλώντας αέναα το παρελθόν του - άρρηκτα συνυφασμένο με την κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου - που στην πρώτη περίπτωση είναι η εμμονή σε συμβατικές αξίες, όπως ο γάμος, και στην άλλη περίπτωση, η προσκόλληση σε ιδεολογίες και φρονήματα, ανίκανα όμως πλέον να αντικρούσουν τη νεοελληνική πραγματικότητα που δειλά-δειλά έχει αρχίσει να διαμορφώνεται.» «Είναι ένα έργο παθιασμένης, κάθετης δομής, που μας εισάγει στο σκάνδαλο της μόνιμης γειτονίας με τον θάνατο. Της καθημερινής παρουσίας του θανάτου, στις γιορτές, στα πανηγύρια, στους γάμους, στις χαρές μας. Ένα έργο πένθους, αλλά όχι πένθιμο. Παραδόξως, αισιόδοξο, παρά την αυτοκτονία, στο τέλος, του ήρωα. Δεν κάνει κήρυγμα μοιρολατρίας, αλλά αναγορεύει, αντιθέτως, τον άνθρωπο σε απόλυτο κύριο της μοίρας του. Και αναδεικνύει την αδιαίρετη, αδιαπραγμάτευτη συνείδηση - ζωή, σαν μέγα αγαθό και πρώτο (Λέανδρος Πολενάκης, Ελευθεροτυπία, 10-4-2009) Η ΛΟΥΛΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ εμφανίστηκε στο θέατρο το 1965. Τα έργα της έχουν «Τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη που, κατά γενική ομολογία, έφεραν μια νέα «μυρωδιά» στο Νεοελληνικό θέατρο, έρχονται και συναντούν και συγχρωτίζονται με μία παγκόσμια αύρα. Αύρα που έχει ονόματα όπως -ενδεικτικά αναφέρω- Williams, Pinter, Beckett, Alby. Και αυτός είναι ένας βασικός λόγος για τον οποίο θεωρώ ότι τα έργα τής Αναγνωστάκη δεν πρέπει να εξετάζονται υπό το στενό πρίσμα της ελληνικότητας, μολονότι την εμπεριέχουν και θεματικά -κυρίως- την κουβαλούν. Η ελληνικότητα των έργων της έχει να κάνει αναμφίβολα με την ιστορία τού τόπου, στη μεταπολεμική, κυρίως, περίοδό του, με την ελληνική οικογένεια και τα περιστατικά της, με την ελληνική γεωγραφία, με την εν γένει ελληνική πραγματικότητα. Από εκεί και πέρα όμως τα πράγματα μεταβάλλονται. Αίφνης θαρρεί κανείς πως οι ήρωές της είναι Ελληνες που φέρουν το παγκόσμιο στίγμα. Δηλαδή το πανανθρώπινο. Η ηρωίδα Σοφία Αποστόλου, για παράδειγμα, από τον Ουρανό κατακόκκινο θα μπορούσε να κατάγεται από παντού. Φιγούρα σχεδόν αρχετυπική. Οταν μας συστήνεται λέγοντας Ιδού εγώ ...η Σοφία Αποστόλου και αρχίζει να μας αφηγείται τα δεινά της, είναι σαν να μας ανακοινώνει: Ιδού εγώ... ο άνθρωπος(...) Τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη είναι βαθύτατα ατομικά και ανθρώπινα. Και ταυτόχρονα έργα βαθύτατα πολιτικά και συνείδησης συλλογικής (...) . Τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη είναι σαν ψυχολογικοί πίνακες και σαν ψυχολογικά περιστατικά. Ο Γιώργος Χειμωνάς λέει πως «ό,τι αξίζει στη ζωή ενός ανθρώπου είναι να έχει να αφηγηθεί μια συνταρακτική ιστορία». Οι λεγόμενες «κατακόρυφες πράξεις» στη ζωή των ανθρώπων. Με αφορμή αυτό δεν γίνεται να μη θυμηθώ τον άνθρωπο Παύλο από την Κασέτα της Λούλας Αναγνωστάκη και το όνειρο της μεγάλης του πράξης. Εκείνης της πράξης που θα αποτινάξει από επάνω του την καθημερινότητα και την αέναη ανία της (...) Η γλώσσα στα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη είναι κατ' αρχάς άμεση. Που σημαίνει καίρια και ακαριαία. Ζωντανή και καθημερινή. Που σημαίνει μιλιέται. Ποιητική, όταν κάποιο κρυφό της νόημα το απαιτεί. Που σημαίνει αμφίσημη και έτοιμη να προκαλέσει τινάγματα στο μυαλό και στην ψυχή. Ρέουσα. Που σημαίνει ότι πουθενά δεν σκαλώνει και κανένα ράψιμο δεν της χρειάζεται. Αφτιασίδωτη. Που θα πει σαν το νερό το καθαρό. Και ουδόλως διδακτική η χρήση της. Που σημαίνει πως αφήνει ελεύθερο τον αναγνώστη-θεατή μόνος του να καταλάβει. Η γλώσσα της δεν διδάσκει. Προτείνει. Δεν δείχνει. Δηλώνει. Γλώσσα: σε αυτό το πλέον ευπαθές ανθρώπινο εργαλείο η Λούλα Αναγνωστάκη συμπεριφέρεται με ευγένεια, που είναι το πρώτο βήμα προς την αληθινή αριστοκρατία, όπως λέει ο Proust. Καθόλου να μην τεντωθεί και καθόλου να μη συρρικνωθεί η Γλώσσα σε σχέση πάντοτε με τα νοήματά της» (Από τον Δημήτρη Τσεκούρα, Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 10 Απριλίου 2009 http://dramaturge.wordpress.com/2009/ «Η Λούλα Αναγνωστάκη άντλησε το θεατρικό υλικό της από την ελληνική πραγματικότητα, έτσι ακατέργαστο και νωπό ακόμα με τις πληγές να αιμορραγούν από την πρόσφατη ιστορία του τόπου. Μνήμες τραυματικές, αγώνες προδομένοι, πρόσωπα παγιδευμένα σ' ένα παρελθόν από εφιάλτες. Αυτό ήταν το δραματικό της υλικό αλλά και η θέση της έως τα τελευταία της έργα, τον «Ουρανό Κατακόκκινο», που δίνει την κατάρρευση του κοινωνικού περίγυρου, κατάρρευση των ιδεών και των αγώνων, μέσα από την κατάρρευση του ενός προσώπου. Και το «Σ' εσάς που με ακούτε», ένα έργο που παίζεται σε πολλά επίπεδα και περιλαμβάνει ολόκληρο το δράμα του Νεοέλληνα. Πρόσωπα ασαφή και ανήσυχα τα θεατρικά της πρόσωπα κινούνται σε ένα μυστηριώδες κλίμα απειλής, τα περισσότερα, και συμμετέχουν, καθένα με τη δική του ιστορία, στην αγρυπνία ενός προσωπικού τρόμου (...)Η μεγάλη επιδεξιότητα της Λ.Α. είναι ότι χρησιμοποιώντας μικρές στιγμές από την καθημερινή ζωή των προσώπων, στιγμές που μοιάζουν ασήμαντες, συνθέτει τη σύγχρονη ιστορία του τόπου. Αυτή η αναγωγή του ελάχιστου καθημερινού στο συλλογικό, στο οικουμενικό ακόμα, χαρακτηρίζει ολόκληρο το έργο της, αφού πέρα από την ιστορία του τόπου, αυτή που πραγματώνεται στη δίωρη σκηνική βίωση της δικής της ιστορίας, ανασύρει καταστάσεις από βαθιά στρώματα της ψυχής, από υπαρξιακές ζώνες, από θαμμένα στην ομίχλη του ασυνείδητου συλλογικά πεδία. Και θα ήταν δίκαιο να μιλήσουμε για τον σεβασμό που της αξίζει, σεβασμό προς ένα άτομο, προς μια συγγραφέα που, εκτός από το σημαντικό έργο της, έφερε και ένα μοναδικό ήθος στον θεατρικό χώρο του τόπου μας» (από τη Μαρία Λαμπαδαρίδου - Πόθου, http://news.kathimerini.gr ) Πρόγραμμα Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού |






